λοίμωξη

Μεταφράσεις

λοίμωξη

infection, infestationinfectioninfecçãoinfecciónInfektioninfezioneinfectieинфекция感染感染infekceinfektionזיהום感染症감염infektion ('limoksi)
ουσιαστικό θηλυκό
ιατρική ο πολλαπλασιασμός μικροβίων στον οργανισμό
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close