λογική

Μεταφράσεις

λογική

logic, reason, sanitylogiquelógicaLogiklogicaлогикаlogicalógicalogikaлогика逻辑邏輯logikalogikלוגיקהロジック논리logikตรรกะ (loʝi'ci)
ουσιαστικό θηλυκό
1. σωστός τρόπος σκέψης δρω σύμφωνα με τη λογική
2. νόημα, συνάφεια καταλαβαίνω τη μπαίνω στη λογική κάποιου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close