λογιστικά

Μεταφράσεις

λογιστικά

счетоводство会计účetnictvícomptabilitécontabilidad會計contabilitàcontabilidadeaccounting회계المحاسبةboekhouding (loʝisti'ka)
ουσιαστικό ουδέτερο πληθυντικός
η διαχείρηση των οικονομικών μιας επιχείρησης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close