λογοκρισία

Μεταφράσεις

λογοκρισία

censorshipcensurecensuracensuraZensurcensuraцензураcensuurالرقابةcenzuraцензураcenzuracensur検閲검열censurเซ็นเซอร์ (loɣokri'sia)
ουσιαστικό θηλυκό
κρατική απαγορευτική επέμβαση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close