λυπηρός

(προωθήθηκε από λυπηρή)
Μεταφράσεις

λυπηρός

(lipi'ros) αρσενικό

λυπηρή

(lipi'ri) θηλυκό

λυπηρό

tristeгрустныйsurullinen슬픈 (lipi'ro) ουδέτερο
επίθετο
θλιβερός Τα νέα είναι λυπηρά.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close