λόγιος

Μεταφράσεις

λόγιος

('loʝios)

λόγια

('loʝia)

λόγιο

('loʝio)
επίθετο
πολύ μορφωμένος

λόγιος

αρσενικό

λόγια

erudite, learned, scholarlyباحث学者學者Scholarstudioso学者 θηλυκό
ουσιαστικό
ο σοφός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close