λόγος

Μεταφράσεις

λόγος

ratio, reason, speech, word, account, cause, languagecause, discours, parole, promesse, propos, rapport, engagementMythologie, Verhältnispalabra, proporciónwoord, verhoudingنِسْبَةpoměrforholdsuhdeomjerrapporto比率비율forholdstosunekproporção, razãoсоотношениеförhållandeอัตราส่วนorantỷ lệ比率, 原因причина原因סיבה ('loɣos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. γλώσσα o προφορικός o γραπτός λόγος
2. κουβέντα Είπε έναν καλό λόγο. λόγια
3. ομιλία βγάζω λόγο
4. συζήτηση, αναφορά γίνεται λόγος για κτ
αναφέρομαι
κάνω αναφορά σε κπ
5. υπόσχεση δίνω το λόγο μου
6. αιτία, σκοπός Για ποιο λόγο γύρισες; λόγος ύπαρξης
7. διδασκαλία ο λόγος του Θεού
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close