λύπη

Μεταφράσεις

λύπη

regret, sadness, grieftristesse, chagrinhryggðtristezzatristezaизвинитеآسفprzepraszamСъжалявамמצטער죄송합니다 ('lipi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. στενοχώρια αισθάνομαι λύπη
2. απογοήτευση με λύπη μου
3. οίκτος Η κατάστασή του προκαλεί λύπη.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close