μάθημα

Μεταφράσεις

μάθημα

Lektion, Unterrichtsstundelessonkurso, lecionoleçon, courslezione学習, 授業دَرْسٌlekcetimelecciónoppituntisat수업lesundervisningstimelekcjaliçãoурокlektionบทเรียนdersbài học功课 ('maθima)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. η ώρα διδασκαλίας το μάθημα των μαθηματικών έχω μάθημα
2. η ύλη για διάβασμα στο σπίτι τελειώνω τα μαθήματά μου
3. δίδαγμα Του έγινε μάθημα!
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close