μάχομαι

Μεταφράσεις

μάχομαι

luptafightيُقَاتِلُbojovatkæmpekämpfencombatir, luchartaistellase battreboriti selottare戦う싸우다vechtenslåsswywalczyćlutarсражатьсяslåssต่อสู้dövüşmekchiến đấu对抗, 战斗戰鬥הקרב ('maxome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. πολεμάω μάχομαι ηρωικά
2. μεταφορικά προσπαθώ πολύ για κτ μάχομαι για το δίκιο μου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close