μέτρηση

Μεταφράσεις

μέτρηση

measurementmediciónMessungmetingmediçãoالقياسpomiarизмерване测量測量měřenímålingmittausמדידה測定측정mätning ('metrisi)
ουσιαστικό θηλυκό
υπολογισμός μεγέθους, όγκου, ενέργειας κ.λπ. μονάδα μέτρησης
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close