μίζερος

(προωθήθηκε από μίζερη)
Μεταφράσεις

μίζερος

('mizeros) αρσενικό

μίζερη

('mizeri) θηλυκό

μίζερο

('mizero) ουδέτερο
επίθετο
άθλιος, κακόμοιρος μίζερη ζωή
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close