μίμος

Μεταφράσεις

μίμος

mimemime ('mimos)
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
που κάνει μιμήσεις σε θέατρο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close