μαγειρεύω

Μεταφράσεις

μαγειρεύω

cook, brewيَطْبَخُvařitlave madkochencocinarlaittaa ruokaacuisinerkuhaticucinare料理する요리하다kokentilberedeugotowaćcozinharготовитьlaga matทำอาหารpişirmeknấu ăn烹调לבשל (maʝi'revo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ετοιμάζω το φαγητό Τι θα μαγειρέψεις σήμερα;
2. ψήνω στην κατσαρόλα Το μαγείρεψα το κρέας.
3. μεταφορικά συνωμοτώ Κάτι μαγειρεύουν αυτοί οι δύο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close