μαλλιαρός

(προωθήθηκε από μαλλιαρή)
Μεταφράσεις

μαλλιαρός

(maʎa'ros) αρσενικό

μαλλιαρή

(maʎa'ri) θηλυκό

μαλλιαρό

chevelu, poiluhairy, woollyأَشْعَرchlupatýbehåretbehaartpeludokarvainendlakavpeloso毛深い털이 많은harighåreteowłosionypeludoволосатыйhårigเต็มไปด้วยขนkıllırậm lông多毛的 (maʎa'ro) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει πυκνό τρίχωμα μαλλιαρό αρκουδάκι
2. που έχει πολλές τρίχες μαλλιαρό χέρι
3. που έχει πολλά και ανακατεμένα μαλλιά μαλλιαρό αγόρι
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close