μαμά

Μεταφράσεις

μαμά

Muttimummy, mom, mum, mommymamananyukamamamamãe, mamãмамочка, мамаmammaمَامَاmámamormamáäitimamamammaママ엄마mammammaแม่annemẹ妈妈媽媽אמא (ma'ma)
ουσιαστικό θηλυκό
οικείο η μητέρα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close