μανιασμένος

(προωθήθηκε από μανιασμένη)
Μεταφράσεις

μανιασμένος

(maɲa'zmenos) αρσενικό

μανιασμένη

(maɲa'zmeni) θηλυκό

μανιασμένο

fierce (maɲa'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
πάρα πολύ δυνατός
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close