ματωμένος

(προωθήθηκε από ματωμένη)
Μεταφράσεις

ματωμένος

(mato'menos)

ματωμένη

(mato'meni)

ματωμένο

bloodysangreBlutsanguesangкровьbloedsanguekrewкръвkrevblodדםblodเลือด (mato'meno)
επίθετο
1. που έχει ματώσει ματωμένο γόνατο
2. που έχει λερωθεί με αίμα ματωμένα ρούχα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close