μεγεθυντικός

(προωθήθηκε από μεγεθυντικό)
Μεταφράσεις

μεγεθυντικός

(meʝeθindi'kos)

μεγεθυντική

(meʝeθindi'ci)

μεγεθυντικό

agrandissantmagnifyingingrandimentoУвеличително돋보기 (mejeθindi'ko)
επίθετο
φακός που μεγαλώνει τα αντικείμενα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close