μεθάω

Μεταφράσεις

μεθάω

(me'θao)

μεθώ

(me'θo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. βρίσκομαι κάτω από την επήρεια αλκοόλ Μεθύσαμε χτες στη γιορτή.
2. μεταφορικά βρίσκομαι σε κατάσταση ευφορίας μεθάω από ευτυχία
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close