μεμονωμένος

(προωθήθηκε από μεμονωμένο)
Μεταφράσεις

μεμονωμένος

(memono'menos) αρσενικό

μεμονωμένη

(memono'meni) θηλυκό

μεμονωμένο

فَرْدِيّindividuálníindividueleinzelnindividualindividualyksilöllinenindividuelpojedinačanindividuale個々の개인의individueelindividuellindywidualnyindividualиндивидуальныйindividuellเฉพาะบุคคลbireycá nhân单个的 (memono'meno) ουδέτερο
επίθετο
ανεξάρτητος, εξαίρεση μεμονωμένη περίπτωση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close