μεράκι

Μεταφράσεις

μεράκι

(me'raci)
ουσιαστικό ουδέτερο
φροντίδα, κέφι φτιάχνω κτ με μεράκι
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close