μερικοί

Μεταφράσεις

μερικοί

(meri'ces) αρσενικό πληθυντικός

μερικές

(meri'ces) θηλυκό

μερικά

(meri'ka) ουδέτερο
επίθετο πληθυντικός
κάποιοι μερικές φορές

μερικοί

einigefew, some, severalalgunos, variosquelques, plusieursعِدَّةněkolikmangeuseanekolikoparecchi数個몇몇verscheideneflerekilkumuitosдругойfleraมากกว่าสองbirkaçvài数个
ουσιαστικό αρσενικό
κάποιοι Μερικοί δε συμφωνούν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close