μεροκάματο

Μεταφράσεις

μεροκάματο

(mero'kamato)
ουσιαστικό ουδέτερο
οικείο ημερομίσθιο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close