μεστός

(προωθήθηκε από μεστή)
Αναζητήσεις σχετικές με μεστή: μεστός
Μεταφράσεις

μεστός

(me'stos) αρσενικό

μεστή

(me'sti) θηλυκό

μεστό

full, mature, replete, ripe (me'sto) ουδέτερο
επίθετο
1. σφιχτός, σαρκώδης μεστό φρούτοκορμί
2. γεμάτος νόημα μεστά λόγια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close