μεταγενέστερος

Μεταφράσεις

μεταγενέστερος

(metaʝe'nesteros) αρσενικό

μεταγενέστερη

(metaʝe'nesteri) θηλυκό

μεταγενέστερο

subsequenta valleen avalвниз по течениюdownstreamالمصب下游下游navazujícíבמורד הזרםnedströms (metaʝe'nestero) ουδέτερο
επίθετο
που ακολουθεί
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close