μετοχή

Μεταφράσεις

μετοχή

participle, participation, shareaction, participation, participeaandeel, deelname, deelwoordMittelwortcompartilharдялjakaacompartir공유共享 (meto'çi)
ουσιαστικό θηλυκό
οικονομικά τίτλος στο χρηματιστήριο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close