μετρημένος

Μεταφράσεις

μετρημένος

(metri'menos) αρσενικό

μετρημένη

(metri'meni) θηλυκό

μετρημένο

temperategemessenmesuréegemetenmedidomierzone测量測量målt測定측정 (metri'meno) ουδέτερο
επίθετο
1. πολύ λίγος Ο χρόνος μας είναι μετρημένος.
2. συνετός μετρημένος άνθρωπος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close