μηχανικός

Μεταφράσεις

μηχανικός

(mixani'kos) αρσενικό

μηχανική

(mixani'ci) θηλυκό

μηχανικό

(mixani'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με μηχανές μηχανική βλάβη
2. που γίνεται ασυναίσθητα μηχανικές κινήσεις

μηχανικός

ingénieur, mécanicien, mécaniqueengineer, mechanic, mechanicalمُهَنْدِس, مِيكَانِيكِيّinženýr, mechanický, mechanikingeniør, mekaniker, mekaniskMechaniker, mechanisch, Technikeringeniero, mecánicoinsinööri, mekaanikko, mekaanineninženjer, mehaničar, mehaničkiingegnere, meccanico技師, 機械の, 機械工기계공, 기계적인, 기술자ingenieur, mechanisch, werktuigkundigeingeniør, mekaniker, mekaniskinżynier, mechaniczny, mechanikengenheiro, mecânicoинженер, механик, механическийingenjör, mekaniker, mekaniskเกี่ยวกับเครื่องจักรกล, ช่างเครื่อง, วิศวกรmekanik, mühendis, tamircikỹ sư, thợ máy, thuộc cơ khí工程师, 技工, 机械的инженер工程師מהנדס
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
που σχεδιάζει και επιβλέπει τεχνικά έργα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close