μικρός

(προωθήθηκε από μικρή)
Μεταφράσεις

μικρός

(mi'kros) αρσενικό

μικρή

(mi'kri) θηλυκό

μικρό

kleinlittle, small, minor, slight, wee, youngpequeñoväikepiccoloparvuskleinmałypetit, jeunepequenoмаленькийصَغِير, صَغِيرٌmalýlillepienimalen小さい작은litenlitenเล็กküçüknhỏ, nhỏ bé小的קטן (mi'kro) ουδέτερο
επίθετο
1. περιορισμένος σε μέγεθος μικρό σπίτι
2. πολύ νέος μικρό παιδί Είσαι μικρός ακόμα.
3. ασήμαντος μικρό λάθος Μπροστά του νιώθω μικρός.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close