μνημειώδης

(προωθήθηκε από μνημειώδες)
Μεταφράσεις

μνημειώδης

(mnimi'oðis) αρσενικό-θηλυκό

μνημειώδες

monumental (mnimi'oðes) ουδέτερο
επίθετο
που έχει μείνει στη μνήμη μνημειώδης γιορτή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close