μοιρολογώ

Μεταφράσεις

μοιρολογώ

bewail, lament (mirolo'ɣo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
πενθώ νεκρό με μοιρολόι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close