μονοκόμματος

(προωθήθηκε από μονοκόμματο)
Μεταφράσεις

μονοκόμματος

(mono'komatos)

μονοκόμματη

(mono'komati)

μονοκόμματο

blunt (mono'komato)
επίθετο
1. που είναι φτιαγμένος από ένα μόνο κομμάτι μονοκόμματο μαχαίρι
2. μεταφορικά καθόλου ευέλικτος μονοκόμματος άνθρωπος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close