μονομάχος

Μεταφράσεις

μονομάχος

(mono'maxos)
ουσιαστικό αρσενικό
που κάνει μονομαχία
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close