μονόλογος

Μεταφράσεις

μονόλογος

soliloquymonólogoMonologmonologomonologueмонологmonoloogmonólogoمونولوجmonologМонолог独白獨白Monologmonologמונולוג독백monolog (mo'noloɣos)
ουσιαστικό αρσενικό
ο λόγος που δεν απευθύνεται σε κανέναν Δεν ήταν διάλογος, ήταν μονόλογος.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close