μοσχοβολάω

(προωθήθηκε από μοσχοβολώ)
Μεταφράσεις

μοσχοβολάω

(mosxovo'lao)

μοσχοβολώ

(mosxovo'lo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
μυρίζω πολύ όμορφα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close