μουδιασμένος

Μεταφράσεις

μουδιασμένος

(muðja'zmenos) αρσενικό

μουδιασμένη

(muðja'zmeni) θηλυκό

μουδιασμένο

numb, torpidخَدِرٌztuhlýfølelsesløsempfindungslosentumecidotunnotonengourdiumrtvljeninsensibile感覚のない저린verstijfdnummenzdrętwiałydormenteонемелыйdomnadชาuyuşuk麻木的 (muðja'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
που έχει μουδιάσει μουδιασμένα χέρια
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close