μουσικός

Μεταφράσεις

μουσικός

(musi'kos) αρσενικό

μουσική

(musi'ci) θηλυκό

μουσικό

(musi'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με τη μουσική μουσική βραδιά μουσικό αυτί
2. που παράγει μουσική μουσικό όργανο

μουσικός

musical, musician, playermusicien, musicalعَازِفٌ مُوسِيقِيّ, مُوسِيقِيٌّhudební, hudebníkmusikalsk, musikermusikalisch, Musikermusical, músicomusiikki-, muusikkoglazbeni, glazbenikmusicale, musicista音楽の, 音楽家음악가, 음악적인musicus, muzikaalmusikalsk, musikermuzyczny, muzykmúsico, musicalмузыкант, музыкальныйmusikalisk, musikerเกี่ยวกับดนตรี, นักดนตรีmüzik, müzisyennhạc công, thuộc âm nhạc音乐家, 音乐的音樂家מוזיקאיмузикант
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
που συνθέτει ή παίζει μουσική
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close