μπλοκάρω

Μεταφράσεις

μπλοκάρω

(blo'karo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κτ να σκαλώσει μπλοκάρω την πόρτα
2. εμποδίζω το πέρασμα μπλοκάρω το δρόμο
3. μεταφορικά παγώνω, εμποδίζω κτ να συνεχιστεί μπλοκάρω ένα πρόγραμμα

μπλοκάρω

blockbloquerbloqueBlockbloccoблокblokblocoكتلةblokблокblokblokブロック블록block
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
κολλάω
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close