μυϊκός

(προωθήθηκε από μυϊκό)
Μεταφράσεις

μυϊκός

(mii'kos) αρσενικό

μυϊκή

(mii'ci) θηλυκό

μυϊκό

muscularmusculairemúsculomuscoloالعضلاتмускулsvallihasשריר근육Muscle (mii'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με τους μυς μυϊκή δύναμη
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close