μόλυνση

Μεταφράσεις

μόλυνση

infection, pollution, contaminationinfectionعَدْوَىinfekceinfektionInfektioninfección, contaminacióninfektioinfekcijainfezione感染전염infectieinfeksjonzakażenieinfeção, infecção, contaminaçãoинфекционная болезньinfektionการติดเชื้อโรคenfeksiyonnhiễm trùng感染, 污染замърсяване污染זיהום ('molinsi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. εισαγωγή μικροβίου ή ιού στον οργανισμό μόλυνση πληγής
2. ρύπανση του περιβάλλοντος η μόλυνση των νερών
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close