μόνιμος

(προωθήθηκε από μόνιμο)
Μεταφράσεις

μόνιμος

('monimos)

μόνιμη

('monimi)

μόνιμο

permanent, abiding, enduring, residentpermanentدَائِمٌtrvalýpermanentdauerhaftpermanentepysyvästalanpermanente永久の영구적인permanentvarigtrwałypermanenteпостоянныйpermanentถาวรkalıcıvĩnh cửu永久的, 永久永久 ('monimo)
επίθετο
1. συνηθισμένος μόνιμη στήλη μόνιμη έκθεση
2. που δε χάνει τη θέση του μόνιμος υπάλληλος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close