μόριο

Μεταφράσεις

μόριο

molécule, brin, grain, particuleparticle, moleculeجُزَيءٌmolekulamolekyleMolekülmoléculamolekyylimolekulamolecola分子분자molecuulmolekylcząsteczkamoléculaмолекулаmolekylโมเลกุลmolekülphân tử分子молекула分子מולקולה ('morio)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. χημεία δύο τουλάχιστον άτομα με χημικό δεσμό το μόριο του νερού
2. μονάδα σε βαθμολογία μαζεύω μόρια
3. γραμματική άκλιτη λέξη με λειτουργική μόνο σημασία Η λέξη «θα» είναι μόριο.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close