νεκρικός

Μεταφράσεις

νεκρικός

(nekri'kos) αρσενικό

νεκρική

(nekri'ci) θηλυκό

νεκρικό

deathly, funereal (nekri'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με νεκρό νεκρικό στεφάνι
2. μεταφορικά κατάσταση που θυμίζει νεκρό νεκρική σιγή
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close