νηπιακός

(προωθήθηκε από νηπιακή)
Μεταφράσεις

νηπιακός

(nipia'kos) αρσενικό

νηπιακή

(nipia'ci) θηλυκό

νηπιακό

(nipia'ko) ουδέτερο
επίθετο

Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close