νηπιακός

(προωθήθηκε από νηπιακό)
Μεταφράσεις

νηπιακός

(nipia'kos) αρσενικό

νηπιακή

(nipia'ci) θηλυκό

νηπιακό

(nipia'ko) ουδέτερο
επίθετο

Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close