νοητός

Μεταφράσεις

νοητός

(noi'tos) αρσενικό

νοητή

(noi'ti) θηλυκό

νοητό

(noi'to) ουδέτερο
επίθετο
φανταστικός, υποθετικός νοητή γραμμή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close