νοικοκυρά

Μεταφράσεις

νοικοκυρά

housewifeرَبَّةُ الـمَنْزِلُžena v domácnostihjemmegående husmorHausfrauama de casakotirouvafemme au foyerdomaćicacasalinga主婦주부huisvrouwhusmorgospodyni domowadona de casaдомохозяйкаhemmafruแม่บ้านevkadınıbà nội trợ家庭主妇家庭主婦עקרת בית (nikoci'ra)
ουσιαστικό αρσενικό
1. η γυναίκα που δεν εργάζεται Δεν εργάζεται, είναι νοικοκυρά.
2. χαρακτηρισμός τακτικής γυναίκας Είναι πολύ νοικοκυρά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close