νοτισμένος

(προωθήθηκε από νοτισμένη)
Μεταφράσεις

νοτισμένος

(noti'zmenos) αρσενικό

νοτισμένη

(noti'smeni) θηλυκό

νοτισμένο

humid (noti'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
υγρός νοτισμένο χώμα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close