ντίζελ

Μεταφράσεις

ντίζελ

وَقُودُ الدِيزِيلnaftadieselDieseldieseldiésel, gasóleo, dieseldieseldieseldizeldieselディーゼルエンジン디젤기관dieseldieseldieseldiesel, gasóleoдизельное топливоdieselน้ำมันดีเซลdizeldầu diesel柴油机驱动的车辆, 柴油柴油דיזל ('dizel)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
είδος κινητήρα που χρησιμοποιεί πετρέλαιο για καύσιμο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Collins Multilingual Translator © HarperCollins Publishers 2009
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close